Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι στη χώρα μας αλλά και σε όλον τον κόσμο, με υποθυρεοειδισμό και θυρεοειδίτιδα Hashimoto. Έρευνες έχουν δείξει ότι υποθυρεοειδισμός παρατηρείται στο 5-12% του πληθυσμού, με ακόμα μεγαλύτερα ποσοστά να παρατηρούνται για τη θυρεοειδίτιδα Hashimoto. Τι είναι όμως αυτές οι παθήσεις, και τι προκαλούν;
Τι είναι ο θυρεοειδής αδένας και ποια είναι η λειτουργία του;
Ο θυρεοειδής αδένας είναι ενδοκρινής αδένας που βρίσκεται χαμηλά και μπροστά στο λαιμό, και παράγει τις θυρεοειδικές ορμόνες (οι σημαντικότερες είναι οι Τ4 και Τ3), οι οποίες μεταφέρονται μέσω του αίματος σε όλο το σώμα. Οι ορμόνες αυτές επηρεάζουν όλα τα κύτταρα του σώματός μας, και ρυθμίζουν το μεταβολισμό, δηλαδή πόσο «γρήγορα» λειτουργούν τα όργανα του οργανισμού. Κάποιες παθήσεις κάνουν το θυρεοειδή να υπολειτουργεί, και άλλες τον κάνουν να υπερλειτουργεί. Όταν υπολειτουργεί ο θυρεοειδής, αυτό ονομάζεται Υποθυρεοειδισμός.
Τι είναι η θυρεοειδίτιδα Hashimoto;
Η θυρεοειδίτιδα Hashimoto είναι ένα αυτοάνοσο νόσημα του θυρεοειδούς. Σε κάποιους ασθενείς, το ανοσοποιητικό σύστημα μπερδεύεται και νομίζει ότι κάποιοι ιστοί του ίδιου το οργανισμού είναι ιοί, και προσπαθεί να τους καταστρέψει.
Όταν γίνεται αυτό, λέμε ότι έχουμε αυτοάνοσο νόσημα. Η θυρεοειδίτιδα Hashimoto είναι το πιο συχνό αυτοάνοσο νόσημα του ανθρώπινου σώματος, ενώ υπάρχει και ισχυρή κληρονομική προδιάθεση. Λόγω της ζημιάς αυτής που προκαλεί στο θυρεοειδή, προκαλεί υπολειτουργία του θυρεοειδούς, δηλαδή υποθυρεοειδισμό.
Είναι σημαντικό να σημειώσουμε εδώ, ότι αρκετοί ασθενείς έχουν θυρεοειδίτιδα Hashimoto αλλά δεν έχει ακόμα προκαλέσει υποθυρεοειδισμό, καθώς μπορεί να πάρει αρκετούς μήνες, χρόνια, ή και δεκαετίες, μέχρι να προκληθεί υποθυρεοειδισμός. Επίσης, ότι σε ασθενείς που δεν έχουν αφαιρέσει το θυρεοειδή τους, η θυρεοειδίτιδα Hashimoto είναι μακράν η πιο συχνή αιτία υποθυρεοειδισμού, με πάνω από το 95% των ασθενών με υποθυρεοειδισμό να έχουν υποκείμενη θυρεοειδίτιδα Hashimoto.
Τι συμπτώματα προκαλεί ο υποθυρεοειδισμός;
Ο υποθυρεοειδισμός προκαλεί μια πλειάδα συμπτωμάτων, καθώς επηρεάζει όλο το σώμα. Κάνει όλους τους ιστούς να λειτουργούν πιο «αργά», οπότε προκαλεί κόπωση, έλλειψη ενέργειας, «θολούρα» σκέψης, υπνηλία, αύξηση βάρους ή δυσκολία στην απώλεια βάρους, δυσανεξία στο κρύο, ξηροδερμία, τριχόπτωση και λέπτυνση των τριχών, δυσκοιλιότητα, βραδύτερο καρδιακό ρυθμό, πρήξιμο, ενώ ειδικά στις γυναίκες μπορεί να προκαλέσει διαταραχή κύκλου, υπογονιμότητα, και επιπλοκές στην εγκυμοσύνη.
Στις εξετάσεις επίσης μπορεί να δούμε αλλαγές στην αρτηριακή πίεση, στα λιπίδια του αίματος, μειωμένο βασικό μεταβολισμό. Μακροπρόθεσμες επιπλοκές του αρρύθμιστου θυρεοειδούς μπορεί να είναι η αύξηση του κινδύνου καρδιαγγειακής νόσου, καθώς και άλλες νόσοι. Τέλος, πολύ σοβαρός υποθυρεοειδισμός χωρίς υποκατάσταση μπορεί σε ειδικές περιπτώσεις να οδηγήσει σε μία σοβαρή οξεία κατάσταση με σημαντική θνητότητα, που λέγεται μυξοιδηματικό κώμα.
Είναι σημαντικό να σημειώσουμε ότι η θυρεοειδίτιδα Hashimoto προκαλεί συμπτώματα μέσω του υποθυρεοειδισμού. Έτσι, αν δεν υπάρχει υποθυρεοειδισμός, η θυρεοειδίτιδα Hashimoto συνήθως δεν προκαλεί άλλα συμπτώματα, εκτός από διαταραχές κύκλου και γονιμότητας.
Πώς γίνεται η διάγνωση της θυρεοειδίτιδας Hashimoto και του υποθυρεοειδισμού;
Η θυρεοειδίτιδα Hashimoto διαγιγνώσκεται βάσει εξετάσεων αίματος (anti-TPO και Anti-TG), ή/και μέσω υπερήχου θυρεοειδούς (αν πραγματοποιηθεί υπέρηχος από έμπειρο ιατρό, μπορεί να ανιχνευθούν αλλοιώσεις στο θυρεοειδή συμβατές με θυρεοειδίτιδα Hashimoto).
Ο υποθυρεοειδισμός διαγιγνώσκεται βάσει εξετάσεων αίματος, με τη μέτρηση των εξετάσεων θυρεοειδικής λειτουργίας (TSH, free T4, και σε κάποιες ειδικές περιπτώσεις free T3 ή total T3). Οι εξετάσεις αυτές είναι και χρήσιμες για την παρακολούθηση της ανταπόκρισης στη θεραπεία.
Ποια είναι η θεραπεία της θυρεοειδίτιδας Hashimoto και του υποθυρεοειδισμού;
Η πρωταρχική θεραπεία του υποθυρεοειδισμού είναι η υποκατάσταση με λεβοθυροξίνη (η ουσία αυτή κυκλοφορεί στην Ελλάδα με διάφορες εμπορικές ονομασίες). Η λεβοθυροξίνη είναι συνθετική ορμόνη με χημική σύσταση πανομοιότυπη με την ανθρώπινη θυρεοειδική ορμόνη Τ4. Έτσι, σε ανθρώπους με υποθυρεοειδισμό, δίνοντας Τ4, υποκαθιστούμε τη θυρορμόνη που βρίσκεται σε έλλειψη.
Το 90-95% των ασθενών έχει πλήρη υποχώρηση των συμπτωμάτων με τη λεβοθυροξίνη. Ένα μικρό ποσοστό ασθενών, 5-10%, εξακολουθεί να έχει υποθυρεοειδικά συμπτώματα παρά τη θεραπεία. Μερικοί από αυτούς τους ανθρώπους μπορεί να έχουν δυσλειτουργία μίας από τις αποϊωδινάσες, η οποία μετατρέπει την Τ4 σε Τ3 (η μετατροπή αυτή γίνεται εκτός θυρεοειδούς, στους ιστούς του οργανισμού – η Τ3 είναι πιο δραστική από την Τ4). Σε αυτές της περιπτώσεις, μπορεί να γίνει δοκιμασία υποκατάστασης με συνδυασμό λεβοθυροξίνης (LT4) με λιοθυρονίνη (LT3), πάντα υπό ιατρική παρακολούθηση, για να δούμε αν βελτιωθούν τα συμπτώματα του υποθυρεοειδισμού.
Είναι σημαντικό να αναφέρουμε ότι η λιοθυρονίνη αντενδείκνυται στην εγκυμοσύνη, καθώς η Τ3 δεν διαπερνά τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό του εμβρύου, οπότε αν μία γυναίκα σχεδιάζει εγκυμοσύνη ή είναι έγκυος, πρέπει να λαμβάνει μόνο λεβοθυροξίνη, χωρίς προσθήκη λιοθυρονίνης. Επίσης, καθώς είναι πιο ενεργός ορμόνη με μικρή διάρκεια δραστικότητας, πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί όταν υπάρχει υποκείμενη καρδιαγγειακή νόσος.
Είναι σημαντικό, όποτε ξεκινάμε ή αλλάζουμε τη δόση της λεβοθυροξίνης, να κάνουμε επαναμέτρηση της TSH/free T4 μετά από 6 εβδομάδες, για να επιβεβαιώσουμε ότι η νέα δοσολογία είναι σωστή, ή να δούμε αν χρειάζεται επαναπροσαρμογή. Όταν έχουμε επιβεβαίωση της σωστής δοσολογίας, η παρακολούθηση γίνεται συνήθως ανά 6-12 μήνες, εκτός από ειδικές περιπτώσεις, ή στην εγκυμοσύνη, όπου η παρακολούθηση είναι πολύ πιο συχνή.
Όσον αφορά τη θυρεοειδίτιδα Hashimoto, δυστυχώς δεν υπάρχει θεραπεία αυτή τη στιγμή.
Ποιοι μπορεί να είναι οι λόγοι που δεν αισθάνομαι καλά παρόλο που λαμβάνω θυρορμόνη;
Ορισμένοι από τους λόγους που δεν αισθάνεστε καλά, ή που μπορεί και να νιώθετε χειρότερα με την υποκατάσταση θυρεοειδικών ορμονών, μπορεί να είναι οι ακόλουθοι:
- Η δόση της θυροξίνης σας μπορεί να μην είναι σωστή. Αυτό σίγουρα ισχύει όταν οι εξετάσεις της θυρεοειδικής λειτουργίας είναι εκτός των φυσιολογικών ορίων. Όμως, σε κάποιες συγκεκριμένες περιπτώσεις, ακόμα και αν οι εξετάσεις φαίνονται φυσιολογικές, η δόση υπάρχει ακόμα περίπτωση να χρειαστεί να προσαρμοστεί. Παραδείγματος χάριν, τα προτεινόμενα φυσιολογικά όρια για την TSH είναι διαφορετικά στις εγκύους, στις γυναίκες με υπογονιμότητα, στους υπερήλικες, στους ασθενείς με καρδιαγγειακή νόσο, στους ασθενείς με καρκίνο θυρεοειδούς, στους ασθενείς με κεντρικό υποθυρεοειδισμό, κ.ά.
- Η ίδια η διάγνωση του υποθυρεοειδισμού μπορεί να είναι λανθασμένη. Έρευνες έχουν δείξει ότι έως και 1 στους 3 ασθενείς που λαμβάνει θεραπεία με θυρορμόνη δεν έχει αληθή υποθυρεοειδισμό, και η θεραπεία τους με θυρορμόνη μπορεί να διακοπεί επιτυχώς.
- Μπορεί να έχετε μία πρόσθετη αδιάγνωστη ταυτόχρονη ασθένεια, η οποία έχει συμπτώματα που αλληλεπικαλύπτονται με τα συμπτώματα του υποθυρεοειδισμού.
Ειδικοί Πληθυσμοί
Η προσέγγιση στη θυρεοειδίτιδα Hashimoto και στον υποθυρεοειδισμό είναι διαφορετική στις γυναίκες που κυοφορούν, και στις γυναίκες με υπογονιμότητα, καθώς και οι δύο αυτές παθήσεις του θυρεοειδούς μπορούν ανεξάρτητα η μία από την άλλη να επηρεάσουν την εγκυμοσύνη και τη γονιμότητα. Ανάλογα με την κλινική περίπτωση, διαφορετικές προσεγγίσεις χρησιμοποιούνται για την έναρξη της θυροξίνης, και την προσαρμογή της δοσολογίας της θυροξίνης.
Είναι πολύ σημαντικό να σημειώσουμε ότι οι εγκυμονούσες γυναίκες που έχουν υποθυρεοειδισμό συνήθως χρειάζονται άμεση προσαρμογή της δόσης της θυροξίνης με το που ανακαλύψουν ότι είναι έγκυες, καθώς έχουν μεγαλύτερες απαιτήσεις θυρεοειδικών ορμονών σε σύγκριση με τις βασικές τους απαιτήσεις θυρεοειδικών ορμονών πριν την εγκυμοσύνη.
Οι έγκυες γυναίκες χρειάζονται επίσης πολύ συχνή εργαστηριακή παρακολούθηση με αυστηρό έλεγχο των επιπέδων των θυρεοειδικών ορμονών, ξεκινώντας αμέσως με το που μαθαίνουν ότι είναι έγκυες, έτσι ώστε να αποφύγουν επιπλοκές της κύησης που σχετίζονται με τον υποθυρεοειδισμό, όπως η προεκλαμψία, ο πρόωρος τοκετός, η αποβολή, το χαμηλό βάρος γέννησης, η δυσμενής επίδραση στην εμβρυϊκή νευρογνωστική ανάπτυξη, κ.ά. Οπότε, η στενή παρακολούθηση και θεραπεία από ενδοκρινολόγο είναι υψίστης σημασίας.






